Έφτασε πια η ώρα. Σηκώθηκε αργά, αφήνοντας για πληρωμή δύο χάλκινα να κυλήσουν με θόρυβο στο τραπέζι. Με ένα νεύμα καληνύχτισε τον κάπελα, ο οποίος ανταπέδωσε βαριεστημένα. Βγαίνοντας από την ταβέρνα, ίσιωσε τη στολή του. Ούτε ένας δεν βρέθηκε σαράντα χρόνια τώρα, να πει κακή κουβέντα γι’ αυτή. Χιλιοφορεμένη, ταλαιπωρημένη κάθε βράδυ από την αλμύρα της θαλασσινού αέρα, μα πάντα καθαρή. Παρά τα δυο ποτηράκια που είχε πιεί, καμαρωτός πήρε το δρόμο για το φάρο. Είχαν να το λένε πως, όλα αυτά τα βράδια, ούτε μια φορά δεν έλλειψε από το πόστο του. Ούτε μια φορά δεν αμέλησε το καθήκον του και ποτέ, μα ποτέ, δεν κατέληξε κάποιο σκαρί να τσακιστεί στα βράχια.
Στα εβδομήντα του πια χρόνια, το βήμα του δεν ήταν τόσο σταθερό όσο παλιά, μα δεν δυσκολεύτηκε να ανέβει αργά το πέτρινο δρομάκι. Ξεκλείδωσε τη βαριά κλειδαριά και ανέβηκε βήμα-βήμα τη στριφογυριστή σκάλα στο εσωτερικό του φάρου. Όταν και σήμερα θα στεκόταν στο μεταλλικό μπαλκόνι και θα ατένιζε τη σκοτεινή θάλασσα μπροστά του, θα ένιωθε αυτή την γαλήνη που δεν του έδινε τίποτα άλλο στον κόσμο. Εδώ ήταν το σπίτι του. Μάλιστα. Εδώ ένιωθε χρήσιμος και σημαντικός. Το άλλο του σπίτι είχε ρημάξει, χρόνο με το χρόνο. Μια κάμαρα με ένα κρεβάτι και μια άθλια κουζίνα για να φτιάχνει τον καφέ του και που και που ένα φτωχό γεύμα, τις σπάνιες φορές που δεν γευμάτιζε στην ταβέρνα.
Κάποτε δεν ήταν έτσι. Στα νιάτα του, γυρίζοντας από τα καράβια, είπε να νοικοκυρευτεί και παντρεύτηκε μια ήσυχη γειτονοπούλα. Τα πρώτα χρόνια παραδόθηκαν στις χαρές του νεανικού έρωτα, μα σύντομα η ρουτίνα μιας δύσκολης καθημερινότητας άλλαξε τα πράγματα. Αυτή βαρέθηκε να τον περιμένει κάθε αυγή, ενώ αυτός δεν της έδωσε ούτε το ένα εκατοστό της σημασίας που έδινε στη δουλειά του. Μοιραία, λοιπόν, επιστρέφοντας ένα ξημέρωμα στο σπίτι βρήκε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα. Ίσως κάπου ξαφνιάστηκε, μα δεν ένιωσε κάτι παραπάνω. Το βράδυ μόνο, που δεν βρήκε τη στολή του διπλωμένη στη θέση της, αισθάνθηκε λίγο την απουσία της.
Περασμένα, ξεχασμένα. Μέχρι να βρει την ανάσα του, κοντοστάθηκε στην εσωτερική πόρτα της κορυφής του φάρου και γύρισε το μισοσκουριασμένο μάνταλο. Σκέφτηκε πως θα χρειαζόταν μια από αυτές τις μέρες να το αλλάξει. Κοίταξε γύρω του το ήσυχο δωμάτιο, τα βρήκε όλα σωστά και βγήκε στο νυχτερινό αέρα. Έγειρε για λίγο στην κουπαστή και πήρε μερικές γεμάτες, βαθιές ανάσες. Ξαφνικά, σαν να τον επέβλεπε ένας αόρατος προϊστάμενος, πήρε το βλοσυρό του ύφος, έτοιμος για μια ακόμα αναμέτρηση με τα σκοτάδια. Με τα δυο του χέρια έπιασε την κρύα μανιβέλα και πήρε να τη γυρίζει με όλη του τη δύναμη, ώσπου να γεννηθεί ένα χλωμό φως που σταδιακά έγινε ένας εκτυφλωτικός καταρράκτης που έλουσε τα γύρω βράχια. Ήσυχος πια, πήρε τη γνωστή του θέση έτοιμος να κάνει το καθήκον του στην πρώτη ιδέα πλεούμενου.
Η νύχτα ήταν συννεφιασμένη και σκοτεινή. Δυο μέρες τώρα ένας βοριάς είχε σηκώσει κύμα και όλες οι βάρκες ήταν σφιχτοδεμένες και ασφαλείς στο μικρό λιμάνι. Εδώ και ώρες, μια αθόρυβη ψιχάλα θόλωνε το νυχτερινό ουρανό και τα νυχτοπούλια είχαν και αυτά κουρνιάσει στις φωλιές τους. Από την πλατεία του χωριού, ακούστηκε δύο φορές ο χτύπος της καμπάνας, σβησμένος από το μαστίγωμα των κυμάτων στα βράχια. Η αυγή ήταν ακόμα μακριά.
Ξάφνου, στο βάθος του ορίζοντα φάνηκε ένα αχνό φως να σπάει το μαύρο θόλο του ουρανού. ‘Μπα, ιδέα μου θα είναι’, συλλογίστηκε ο γεροφύλακας και έτριψε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού του. Μα αντί να χαθεί, το φως πήρε να δυναμώνει. Για να σιγουρευτεί, έφερε το μονοκυάλι στο καλό του μάτι. Δεν έκανε λάθος. Προς το ακτή, σαν κυνηγημένο απ’ τα κύματα και με παραφουσκωμένα πανιά, έπλεε ένα μεγαλοπρεπές τρικάταρτο.
Χωρίς να χάσει στιγμή, άρπαξε το καραβόπανο που φύλαγε για αυτές τις περιπτώσεις και βρέθηκε αστραπιαία δίπλα στον προβολέα για το καθιερωμένο σινιάλο, βρίσκοντας θαρρείς κάτι από τη χαμένη του νιότη. Έστειλε το σημάδι τρεις φορές και έμεινε να περιμένει την απάντηση του πλεούμενου. Τίποτα. ‘Ίσως τους έπιασα απροετοίμαστους και αυτό το ψιλοβρόχι δεν βοηθά…’ Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, επανέλαβε το σινιάλο ακόμα τρεις φορές. Μάταια.
Τώρα το καράβι φαινόταν με γυμνό μάτι σε όλο του μεγαλείο και πλησίαζε γοργά το φάρο. Στο πρόσωπό του ξεπρόβαλλαν πια δυο ρυτίδες ανησυχίας. ‘Αφού δεν με βλέπουν, τουλάχιστον ας με ακούσουν’, μουρμούρισε και άρχισε να τραβά με δύναμη το σκοινί της μικρής καμπάνας του φάρου. Καμία αντίδραση. Καμία. Το καράβι συνέχισε την ξέφρενη πορεία του. Ο γέρος πήρε μια βαθιά ανάσα και έμεινε να περιμένει την αναπόφευκτη συντριβή του άτυχου σκάφους στα βράχια. Μια συντριβή που δεν ήρθε ποτέ.
Σαν ένα αόρατο χέρι να το συγκράτησε, το τρικάταρτο με μια απαλή κίνηση ήρθε και πλεύρισε γλυκά την ακτή, σαν τόση ώρα να γλιστρούσε απλά σε ατάραχα νερά. Ανίκανος να πιστέψει τη σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά του, ο φαροφύλακας πήρε στο χέρι μια λάμπα πετρελαίου και κίνησε βιαστικά για την ακτή.
Εκεί τον περίμενε μια μαυροφορεμένη μορφή. Μέλος του πληρώματος το δίχως άλλο και μάλιστα ο καπετάνιος, αν έκρινε από την εντυπωσιακή στολή και το σπαθί που γυαλοκοπούσε στο πλευρό του. Έτοιμος να στήσει καυγά για το πόσο ανεύθυνος ήταν αυτός και το πλήρωμά του, ο φαροφύλακας προχώρησε με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος του αγνώστου. Σε απόσταση πέντε πια βημάτων, σήκωσε τη λάμπα του για να διακρίνει το πρόσωπο του ναυτικού. Το στόμα του άνοιξε μεμιάς και τα μάτια του γούρλωσαν στο θέαμα που αντίκρυσε, ενώ τα λόγια που είχε σκοπό να πει πάγωσαν στο λαιμό του.
‘Διέγκο, παλιόφιλε! Μοιάζεις σαν να είδες φάντασμα. Μα ναι, δεν σε γελούν τα μάτια σου. Εγώ είμαι. Και πάνω στο σκαρί, σε περιμένουν όλοι οι παλιοί σου σύντροφοι. Όχι, μη φοβάσαι. Από εκεί που ήρθαμε για σένα, δεν φέραμε μήτε οργή, μήτε μίσος. Δεν ζητάμε καμία εκδίκηση. Πλήρωσες το κρίμα σου πια. Σαράντα χρόνια είναι αρκετός καιρός. Το μόνο που μένει πια είναι να έρθεις μαζί μας.’
Οι αναμνήσεις, καλά φυλαγμένες στα βάθη του μυαλού, άρχισαν τώρα να ξεχύνονται ασυγκράτητες. Ήταν μόνο εικοσιπέντε χρονών τότε. Νέος, άμυαλος και φιλόδοξος. Στα τρία χρόνια που είχε ήδη στη θάλασσα, το μόνο που ήθελε ήταν να αποδείξει την αξία του. Να πάρει τη θέση που πίστευε πως του άξιζε, να κρατήσει επιτέλους το τιμόνι. Μα κανείς δεν του έδινε τη σημασία που ήθελε και κάθε φορά που φανέρωνε τις σκέψεις του, τον περιγελούσαν. Ώσπου ένα βράδυ, μετά από μια ακόμα απογοήτευση, ο θυμός πήρε τον έλεγχο. Ο θυμός τον έκανε να γλιστρήσει, σαν τον κλέφτη, στην κουζίνα και να πάρει το υπνωτικό. Ο θυμός τον έβαλε να προσφέρει στον τιμονιέρη ένα ακόμα ποτό. Μόνο όταν επέστρεψε αθέατος στην κουκέτα, έπαψε το βράζει το αίμα του. Άρχισαν να τον κατακλύζουν αμφιβολίες και τύψεις και σκέφτηκε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να προλάβει το κακό. Μα ήταν πια αργά. Χωρίς ένα σταθερό χέρι στο τιμόνι και με το πλήρωμα βυθισμένο σε βαθύ ύπνο, το τρικάταρτο ξέφυγε γρήγορα από την πορεία του. Η ορμή με την οποία τσακίστηκε στα βράχια ήταν τέτοια, που η θάλασσα το κατάπιε σε λίγα λεπτά.
Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του, ξεβρασμένος στην άμμο άρχισε να θρηνεί σπαρακτικά. Για το έγκλημα. Για τους χαμένους του συντρόφους. Μα από αυτούς και το σκαρί είχαν απομείνει μόνο μερικές σπασμένες σανίδες, να τις φτύνει η θάλασσα δεξιά και αριστερά στην ακτή.
Τον πρώτο καιρό, δεν ήθελε να δεχτεί πως το φταίξιμο ήταν δικό του, μα της κακής του μοίρας και του σκληρού κόσμου. Στον ύπνο του τον επισκέπτονταν συνεχώς οι χαμένοι του σύντροφοι, πάντα αμίλητοι. Πάντα να τον κοιτούν κατάματα με ένα γιατί στο βλέμμα. Με τον καιρό άρχισε να ψάχνει τη λύτρωση. Ορκίστηκε πως δεν θα ξανάβρεχε το πόδι του στη πανούργα θάλασσα. Ορκίστηκε πως δεν θα αφήσει ποτέ καράβι να τσακιστεί μπροστά του. Έτσι, όταν έμαθε πως στο ακρωτήρι της πατρίδας του έψαχναν για φαροφύλακα, κίνησε γη και ουρανό για να αναλάβει το πόστο. Και ούτε ένα βράδυ δεν έλειψε. Ούτε ένα βράδυ δεν αποκοιμήθηκε. Τα χρόνια περνούσαν και δεν χάθηκε ούτε ένας. Πίστεψε έτσι, πως κάποια στιγμή θα έβρισκε τη γαλήνη που η πίκρα και η ενοχή του είχαν κλέψει.
‘Έι Διεγκίτο, τι χάσκεις εκεί; Γρήγορα στο κατάστρωμα και έχουμε δουλειές. Μήπως πέρασαν τα χρόνια και ξέχασες ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο καπετάνιος; Τα σανίδια θέλουν σκούπισμα, σφουγγάρισμα και η κουπαστή σε περιμένει να τη γυαλίσεις. Μα μην ανησυχείς, θα έχεις όσο χρόνο χρειαστείς. Εκεί που πάμε, ούτε να κλείσεις τα μάτια σου θα χρειάζεσαι, ούτε να γεμίζεις την κοιλιά σου.’
Το γέρο φαροφύλακα δεν τον βρήκανε παρά δυο μέρες μετά. Στην παραλία, πεσμένο μπρούμητα πλάι στο κύμα, να κρατάει ακόμα στο χέρι του μια σπασμένη λάμπα πετρελαίου. Όλοι συμφώνησαν πως έφυγε από γηρατειά και ήπιαν ένα ποτηράκι στην υγεία του. Όσο για το φάρο, τελικά η σκουριασμένη κλειδαριά δεν άλλαξε ποτέ. Οι καιροί ήταν δύσκολοι για να προσλάβεις νέο φαροφύλακα και εξάλλου, σαράντα χρόνια τώρα, ποτέ δεν φάνηκε να κινδυνεύει κάποιο πλεούμενο. Που χρειάζεται, επιτέλους, ένας φαροφύλακας;