Το μόνο που ήθελε ήταν η ελευθερία του. Καθημερινά, καθώς άνοιγε τα μάτια του έψαχνε με το βλέμμα την αλυσίδα που έσφιγγε το λαιμό του, μόνο για να ανακαλύψει για ακόμα μία φορά πως ήταν δέσμιος σε αυτό το κάστρο, σε αυτή τη ζωή.

Θυμήθηκε μια μέρα που άκουσε δυο ανθρώπους να συζητάνε στα τείχη, ψηλά πάνω από το κεφάλι του. Κάποιος χωρικός είχε σκοτώσει έναν γείτονά του, για ένα ασήμαντο κομμάτι γης. Συμφώνησαν πως τέτοιοι εγκληματίες σαφέστατα ανήκαν στη φυλακή, χωρίς εξαιρέσεις. Πόσο ήθελε να μπορούσε να μιλήσει τη γλώσσα τους. Να τους ρωτήσει ποιο ήταν το έγκλημά του, πέρα από ότι γεννήθηκε…δράκος. Να του εξηγήσουν γιατί όταν δεν είχαν ακόμα σκληρύνει οι φολίδες του και τα ρουθούνια του δεν γεννούσαν ούτε υποψία καπνού, τον άρπαξαν από τη κρυμμένη του φωλιά. Γιατί τον έκλεισαν σε εκείνο το μικροσκοπικό κλουβί, εκείνη τη φυλακή με ρόδες που έφτιαξαν για να ταξιδεύουν και να τον επιδεικνύουν σαν κάτι αξιοπερίεργο, λες και οι ιστορίες τους δεν μιλούσαν για δράκους εδώ και χίλια χρόνια.

Τον περιέφεραν σε πόλεις και χωριά και οι άνθρωποι έκαναν ουρά για να δουν το θαυμαστό μυστήριο: έναν ζωντανό δράκο. Τα νομίσματα έπεφταν βροχή, ενώ τολμηροί παλικαράδες άπλωναν το χέρι τους, με το αντίστοιχο αντίτιμο βεβαίως,  για να αγγίξουν τις φολίδες του θηρίου. Το καραβάνι προχωρούσε και μαζί με τη διαδρομή μεγάλωνε και το όνομα του.

Σε μία από αυτές τις ταπεινωτικές στάσεις, η ζωή του άλλαξε ριζικά. Ένα απόγευμα καθώς μισοκοιμόταν, όπως πάντα φοβισμένος και νηστικός, ένιωσε ένα αγκάθι να του καρφώνει με δύναμη το μηρό. Ο ξαφνικός, δυνατός πόνος τον έκανε να αφήσει ένα βαθύ μουγκρητό, ενώ θολωμένος ακόμα προσπάθησε να ξεφύγει από το κλουβί, χτυπώντας φτερά και πόδια με όλη του τη δύναμη στα ατσαλένια κάγκελα. Ως απάντηση στην αγωνιώδη του προσπάθεια να γλυτώσει, ήρθε ένα γοερό κλάμα. Το παιδί εκείνο που με ένα κράμα περιέργειας και μίσους του κάρφωσε τη λόγχη στο πόδι, τώρα είχε πέσει στα γόνατα και έκλαιγε με λυγμούς. Άνθρωποι άρχισαν να μαζεύονται γρήγορα γύρω του για να προστατεύσουν το παιδί από το τέρας. Ναι, έτσι άρχισαν να φωνάζουν το μικρό δράκο και να τον περιλούζουν με πέτρες, μέχρι τη στιγμή που οι φρουροί του έφτασαν τρέχοντας από την ταβέρνα για να διαλύσουν το μανιασμένο πλήθος.

Τα νέα της επίθεσης δεν άργησαν να φτάσουν στο παλάτι. Φυσικά, το τέρας κατασχέθηκε από τη βασιλική φρουρά και μεταφέρθηκε με καμάρι στην πρωτεύουσα. Η περιφορά του σταμάτησε επ’ αόριστον και βρέθηκε σε ένα μπουντρούμι, μέχρι να αποφασιστεί η τύχη του.

Σε μια συνάντηση που κατεγράφη ως ιστορική, σύσσωμη η βασιλική οικογένεια, αξιωματούχοι, γαιοκτήμονες και μέλη του κλήρου έβαλαν τα δυνατά τους ώστε να λύσουν το πρόβλημα και κυρίως, να εντυπωσιάσουν το βασιλιά. Πολλοί εισηγήθηκαν την άμεση θανάτωση, καθώς η ύπαρξη και μόνο αυτού του τέρατος ήταν αφύσικη και ποιος ξέρει τι θα έκανε στο αθώο παιδί, αν αργούσαν λίγο ακόμα.

Από την άλλη, κάποιοι είπαν πως ο δράκος θα μεγαλώσει και τέτοια μυϊκή δύναμη γιατί να πάει χαμένη, εξάλλου πάντα θα υπήρχε ένας εχθρός τριγύρω να απειλεί το βασίλειο. Φυσικά, με τέτοιο φονικό όπλο στα χέρια τους γιατί να μην διεκδικήσουν και εκείνα τα ορυχεία προς τα ανατολικά και τα γόνιμα εδάφη στα δυτικά που τα χαίρονται τα γειτονικά, παρακατιανά βασίλεια; Δεν τα άξιζαν περισσότερο, αυτοί οι ευγενέστεροι όλων; Αν και η σκέψη ήταν γλυκιά, αποφάσισαν πως μάλλον ήταν ανέφικτο, αφού πως θα ήταν σίγουροι ότι όταν ο δράκος κάνει στάχτη τους εχθρούς, μέσα στη μανία του δεν θα στραφεί και σε εκείνους;

Ένας λάτρης της παράδοσης από την άλλη, μελετητής κάθε παράδοξου, υπέδειξε πως όλα όσα ακούστηκαν ήταν λάθος. Είναι γνωστό πως οι δράκοι είναι οι καλύτεροι φύλακες και πως τόσοι βασιλιάδες τους είχαν επιλέξει για προσωπική προστασία των θυγατέρων του. Μάλιστα τις φυγάδευαν συνήθως σε μακρινούς πύργους, ώστε να μην μπαίνουν ιδέες στον καθένα. Το πρέπον ήταν μόνο όποιος κατάφερνε να ξεπαστρέψει το τέρας να διεκδικήσει το χέρι της πριγκίπισσας και μαζί με αυτό, τα κλειδιά του βασιλείου. Μήπως και ο βασιλιάς δεν είχε ατυχήσει και αντί για γιο, είχε μια μοναχοκόρη σε ηλικία γάμου;

Κάπως έτσι, δεμένο για ακόμα μια φορά χειροπόδαρα, τον έσυραν σε ένα μισοερειπωμένο φρούριο στο Βορρά, το οποίο ανακαινίστηκε μερικώς ώστε να μην λείψει τίποτα από την έγκλειστη βασιλοπούλα. Του δράκου του έφτιαξαν, με ειδική παραγγελία μάλιστα, μια τιτάνια αλυσίδα με ένα λουρί σχεδιασμένο να ανοίγει κάθε φορά και περισσότερο, όσο μεγάλωνε ο λαιμός του θηρίου. Έκτοτε έμεινε εκεί, στην αυλή, εκτεθειμένος μόνιμα στα στοιχεία της φύσης, πότε να παλεύει με τον παγωμένο αέρα και πότε να κατακαίει τους επίδοξους μνηστήρες της μεγαλειοτάτης.

Σκέφτηκε την πρώτη φορά που ένας από αυτούς τους υποψηφίους πέρασε την κρεμαστή γέφυρα και στάθηκε πάνοπλος μπροστά του, στη γυαλιστερή του πανοπλία. Αρχικά ο δράκος παραξενεύτηκε αφού συνήθως με το που τον έβλεπαν έτρεχαν να κρυφτούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Αντίθετα, αυτός εδώ όχι μόνο δεν κρύφτηκε μα άρχισε να τον πλησιάζει όλο και πιο πολύ. Ο δράκος αναθάρρησε. Μήπως οι άνθρωποι λογικεύτηκαν και τον έστειλαν να του βγάλει την αλυσίδα; Από τη χαρά του, σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και έβγαλε ένα μικρό πίδακα φωτιάς. Πριν καν προλάβει να χαμηλώσει το κεφάλι όμως, ένιωσε ένα δυνατό τσίμπημα ανάμεσα στην φολίδες, στο κάτω μέρος του λαιμού του. Πιο πολύ ξαφνιασμένος, παρά από πόνο, άρχισε να χοροπηδάει άτσαλα, ώσπου κάτω από το μπροστινό του πόδι κατάλαβε να λιώνει κάτι μεταλλικό. Ταραγμένος, σήκωσε το πόδι του και είδε τα απομεινάρια του άτυχου ιππότη. Ήταν να μη γίνει. Το όνομά του ακούστηκε πέρα για πέρα σε όλο το βασίλειο και πια δεν ήταν απλά τέρας, ήταν και αιμοδιψές.

Από εκείνη τη μέρα άρχισαν τα βασανιστήρια. Ξανά και ξανά, τυχοδιώκτες εμφανίζονταν στις πύλες με μόνο τους σκοπό να τον εξολοθρεύσουν. Ματαιόδοξοι ιππότες, βάρβαροι πολεμιστές, επιδέξιοι τσαρλατάνοι δοκίμασαν κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο να εξοντώσουν το τέρας. Ατσάλι, φωτιά, καμένο λάδι, δηλητήρια. Μα αυτός άντεξε. Κάθε φορά δίσταζε να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση, μήπως προκαλέσει ξανά κάποιο ατύχημα, μα τον δισταγμό του τον έπαιρναν για φόβο και αυτό έδινε φτερά στους κατά φαντασίαν ήρωες. Ο δράκος υποψιασμένος πια, μέχρι τελευταία στιγμή απέφευγε το μοιραίο, μα κάθε φορά ερχόταν έτσι τα πράγματα που δεν είχε άλλη επιλογή. Θα σκότωνε ή θα πέθαινε. Και όσο αυτός έγλυφε τις πληγές του μετά από μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα, το όνομα του γινόταν θρύλος που τραγουδούσαν οι βάρδοι και ψιθύριζαν οι γιαγιάδες τα βράδια, προτού αποκοιμίσουν τα ατίθασα εγγόνια τους.

Πέρα από τις σποραδικές επιθέσεις, τίποτα δεν φαινόταν να ταράζει την ήσυχη καθημερινότητα του κάστρου, ενώ οι μέρες έγιναν μήνες και οι μήνες χρόνια. Σε μια ανύποπτη στιγμή, κάτω από το φως του καυτού καλοκαιρινού ήλιου, ένας μεσόκοπος υπηρέτης βάλθηκε να σκουπίσει το τείχος. Λίγο τα χρόνια, λίγο η αντηλιά, με ένα λάθος βήμα βρέθηκε στο κενό. Ο δράκος, που είχε σαφώς ταχύτερα αντανακλαστικά από οποιονδήποτε άνθρωπο, με μια σίγουρη κίνηση άπλωσε το φτερό του και ο γέροντας προσγειώθηκε μέσα του, σαν σε δίχτυ ασφαλείας. Απαλά, ο δράκος τον ακούμπησε κάτω και έκανε μερικά πίσω βήματα. Ο υπηρέτης, μην πιστεύοντας στην καλή του τύχη, τον κοίταξε και ψέλλισε ένα ευχαριστώ. ‘Μα τι πίστευε ο ανόητος;’, σκέφτηκε ο δράκος. ‘Πώς θα άφηνα να σκοτωθεί αυτός που κάθε μέρα μου φέρνει φαγητό και νερό;’ Από το παράθυρο της στην κορυφή του πύργου, η πριγκίπισσα τα είδε όλα.

Ο υπηρέτης αυτός ήταν δίπλα της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Τις ατέλειωτες ώρες που ο πατέρας της χανόταν στα συμβούλια και στις διασκεδάσεις, η μητέρα της στα γεύματα και τις συναντήσεις των κυριών της αυλής, αυτός την έβλεπε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάποτε της σκούπισε τις πληγές και τα δάκρυα, όταν κατρακύλησε στις σκάλες, κυνηγώντας μια καστανοκόκκινη γάτα. Την παρηγορούσε κάθε φορά που μάταια περίμενε το βασιλικό ζεύγος, τους γονείς της, να της αφιερώσουν λίγο χρόνο. Τι θα έκανε χωρίς αυτόν;

Εν τω μεταξύ, πίσω στα ανάκτορα, ο βασιλιάς είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του, ώστε αναγκάστηκε να κάνει ανοιχτή πρόσκληση σε οποιονδήποτε ένιωθε ικανός να εξολοθρεύσει τον δράκο, μα η κακή φήμη του τέρατος απέτρεπε και τους λιγοστούς γενναίους που είχαν απομείνει. Στην αυλή άρχισαν να ακούγονται μουρμουρητά, πως μάλλον εξαρχής η ιδέα να φυλακίσουν τη πριγκίπισσα με δεσμοφύλακα ένα ανήμερο θηρίο ήταν ανόητη, ώσπου ξαφνικά εμφανίστηκε ένας ανέλπιστος σωτήρας. Ένας από τους τελευταίους κυνηγούς δράκων ήρθε να δηλώσει το παρών και να προειδοποιήσει το βασιλιά πως ήρθε η ώρα σιγά-σιγά να ετοιμαστεί να παραδώσει τη σκυτάλη.

Μόλις δύο εβδομάδες αργότερα, ο έμπειρος εξολοθρευτής βρισκόταν στην πύλη του μακρινού κάστρου, αντιμέτωπος με τον δράκο και προετοιμάζοντας την κατάλληλη στρατηγική στο πολυμήχανο μυαλό του. Κατάλαβε μεμιάς τη διστακτικότητα του θηρίου και χρειάστηκε λίγα μόνο λεπτά για να τον στριμώξει σε μια γωνία, ζυγίζοντας το τελικό χτύπημα, μα ένα απότομο ποδοβολητό πίσω του και μια τρομαγμένη φωνή τον έκανε να γυρίσει το βλέμμα στην πλάτη του. ‘Μεγαλειοτάτη, ποια συμφορά σας έφερε εδώ κάτω, μπροστά στα σαγόνια του τέρατος; Μα μη φοβάστε, σταθείτε πίσω μου και εγώ θα σας προστατεύσω.’ Έστρεψε ξανά την προσοχή στον καταδικασμένο του εχθρό, νιώθοντας στο σβέρκο του την αναστατωμένη ανάσα της πριγκίπισσας. Χωρίς να διστάσει στιγμή, σηκώνει το χέρι του ώστε να καταφέρει το τελικό χτύπημα και μαζί τον θρίαμβο. Ένα ουρλιαχτό στο αυτί του, ένας ξαφνικός πόνος και…απορημένος, νιώθει ένα ζεστό υγρό να κυλάει στο στήθος του. Καθώς έπεφτε στα γόνατα, η τελευταία εικόνα που είδε ήταν ένα καταματωμένο στιλέτο να γλιστράει από το χέρι της πριγκίπισσας.

Τα μαντάτα από τη νέα αποτυχία (με μόνη παράληψη τη δολοφονική οργή της πριγκιποπούλας και το ρόλο της στο φονικό) δεν άργησαν να φτάσουν στην πρωτεύουσα και η οργή του βασιλιά δεν είχε ποτέ πριν όμοιά της. Μέσα στη σωφροσύνη τους, όλοι οι αξιωματούχοι φρόντισαν περίτεχνα να εξαφανιστούν, σε περίπτωση που άρχιζαν να πέφτουν κεφάλια. Η βασιλομήτωρ ωστόσο, περιβόητη για τις μηχανορραφίες της, άδραξε την ευκαιρία ώστε αφενός να δώσει λύση στο πρόβλημα και αφετέρου να πάρει την εκδίκηση που περίμενε χρόνια, από τη βασίλισσα που ήρθε να την αντικαταστήσει στην καρδιά του γιού της και στις βασιλικές ίντριγκες. Μα πως δεν το έβλεπαν τόσα χρόνια, πως με μόνο μια βασιλική κόρη, το βασίλειο δεν θα έκανε προκοπή; Πώς δεν είχαν καταλάβει πως η ξενόφερτη βασίλισσα όσο κι αν προσπαθούσε, αρσενικό καρπό δεν θα έδινε ποτέ; Τόσα νέα, όμορφα και καρπερά κορίτσια είχε το βασίλειο, απόλυτα ικανά να δώσουν στον βασιλιά όχι έναν, αλλά όσους γιους επιθυμούσε. Με την γενικότερη έλλειψη εναλλακτικών προτάσεων, ο νέος βασιλικός γάμος ήρθε να δώσει νέα πνοή στο βασίλειο και μερικούς μήνες μετά, ο πολυπόθητος αρσενικός διάδοχος ήρθε να γαληνέψει τον εσωτερικό κόσμο του βασιλιά, ο οποίος ουδόλως ασχολήθηκε με το γεγονός πως μεγαλώνοντας ο πρίγκιπας είχε μια τρομακτική ομοιότητα με τον πρώτο του υπασπιστή.

Φυσικά η μονάκριβη κόρη, που πια είχε αρχίσει να παρατηρεί και κάποιες σκόρπιες, γκρίζες τρίχες αρνήθηκε να επιστρέψει στο παλάτι, παρά τις απανωτές παραινέσεις από το βασιλιά και την τέως βασίλισσα. Είχε βολευτεί στην γαλήνη της απομόνωσης και στο μελαγχολικό κλίμα του βορρά και δεν είχε καμία διάθεση πια για την έντονη ζωή και τις συγκινήσεις της αυλής. Την ίδια μέρα που έμαθε πως δεν ήταν πια η διάδοχος, κατάλαβε πως ο φύλακας της ήταν πλέον περιττός. Με τη βοήθεια του πιστού της υπηρέτη, κατάφεραν να αφαιρέσουν το κολάρο από τον δράκο, στο μυαλό του οποίο το σενάριο αυτό είχε διαγραφεί προ πολλού. Με έκπληξη, ένιωσε το βάρος στο λαιμό του να υποχωρεί και άκουσε τον μεταλλικό θόρυβο της μισητής του θηλιάς, καθώς έπεφτε ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια. Με μια απότομη κίνηση, ξεδίπλωσε τα φτερά του και με τη μανία που τα χτυπούσε, χρειάστηκαν μόλις μερικά λεπτά μέχρι να γίνει μια κουκίδα στον ορίζοντα. Η βασιλοπούλα περίλυπη και ευτυχισμένη ταυτόχρονα, έπεσε στα γόνατά της προσπαθώντας να καλμάρει την καρδιά της, που ένιωθε πως θα εκραγεί στο στήθος της.

Πόσο μαγική ήταν η γη από ψηλά; Πόσο μικρά και ασήμαντα έμοιαζαν όλα; Αυτή, λοιπόν, ήταν η γεύση της ελευθερίας. Μπροστά στα πόδια του είχε έναν ολόκληρο κόσμο και τίποτα να τον συγκρατεί πια. Τίποτα; Ξαφνικά μείωσε την ταχύτητά του και αφέθηκε να γλιστράει προς τα εκεί που φυσούσε ο άνεμος. Μήπως το κάστρο, η φυλακή που πέρασε σχεδόν όλη τη ζωή, δεν ήταν η φωλιά του; Μήπως εκεί δεν υπήρχε η μόνη συντροφιά που είχε γνωρίσει ποτέ; Μήπως δεν υπήρχε εκείνη, η δράκαινα με τη μορφή ανθρώπου που πήρε μια ζωή, που έγινε τέρας για χάρη του; Έστριψε το σώμα του όσο χρειαζόταν. Άρχισε ξανά να επιταχύνει, μέχρι που ένιωσε τον αέρα να του μαστιγώνει το πρόσωπο. Δεν άργησε να το δει. Το μισοερειπωμένο κάστρο που δεν ήταν πια φυλακή. Ήταν το σπίτι του.

By

·